Προς καθνένα, (καθένα και κανένα), αναγνώστη της τηλεφημερίδας «zougla.gr», ενδιαφέρεται.

«Μαθούσι αυδώ (σ.σ. μιλώ) κ’ ου μαθούσι λήθομαι» (Δεν μεταφράζω. «Ανελληνιστοι δεν είμεθα θαρρώ» (Κ.Καβάφης)

Η γυναικεία σεξουαλικότητα στα έργα του Τζέημς Τζόυς «Ulysses» και «Finnegans Wake»: Γκέρτυ Μακντόουελ, Μόλλυ Μπλούμ και Άννα Λίβια Πλούραμπελ (ΑΛΠ)

«Θα μιλήσω σε όσους είναι θεμιτό,
κλείστε τις θύρες στους βέβηλους:
Ασίσω οις θέμις εστί,
θύρας δ’ επίθεστε βεβύλοις.»
(Ορφικός Ύμνος στα Ελευσίνια Μυστήρια)

«Δεν λέγονται τα πάντα στους πάντες:
Ου πάσι τα πάντα ρητά» (Πυθαγόρας)

«Στην παρθένα μήτρα της φαντασίας ο λόγος έγινε σάρκα.»
(Το Πορτραίτο του Καλλιτέχη ως Νεαρού Ανδρός. Τζαίημς Τζόυς)

Μια συνωμοσία σιωπής εξυφασμένη από την θρησκόληπτη, αγκυλωμένη στο δόγμα της παρθενίας θρησκεία, την αδιάντροπη σεμνότυφη υποκριτική πολιτική του «πολιτικώς ορθού (politically correct)» και την φαλλοκρατική-πατριαρχική κοινωνία, καλύπτει τη σεξουαλικότητα της γυναίκας.. Όλοι αυτοί οι αιδήμονες, αισχυντηλοί, θεσμοί, προσπαθούν να καλύψουν με διάτρητο φύλλο συκής την αρχέγονη εστία, την ουσία της θηλυκότητας και της θηλυκής σεξουαλικότητας, το μυθικό αιδοίο. Την πηγή της ηδονής και της ζωής και της προέλευσης του κόσμου.

Όμως, η Βαυβώ, το αρχέγονο μυθικό αιδοίο, πάντα θα τριβελίζει τη σκέψη, ζωντανό, ηδονικό, γυμνό, προκαλώντας και προσκαλώντας.

Η φήμη του Τζόυς, ως «υπονομευτή των ηθών», ως συγγραφέα που έγραψε «Λογοτεχνία του απόπατου. … βλακώδης δοξολογία μόνο της βρωμιάς», ως «Τζόυς το βρωμόστομα», είναι ζωντανή μέχρι σήμερα.

Ορισμένοι σύγχρονοι κριτικοί κατηγορούν τον Τζόυς ως σωβινιστή συγγραφέα αφοσιωμένον στην προβολή του αρσενικού και στην εξύμνηση αυτού, που ο Ζακ Λακάν αποκαλεί αρχέγονο «σημαίνον των σημαινόντων: signifier of signifiers.» Δηλαδή, τον φροϋδικό φαλλό.

Ο Λακάν, ψυχαναλυτικά, ορίζει τον φαλλό ως Λόγο, ο οποίος αποκαλύπτεται, εμφανίζεται («επιφάνεια»), ως παρουσία) στον λόγο. Και ο Λόγος εν είδη φαλλού εβεβαίου του λόγου το ασφαλές. Λογοφαλλοφάνεια!

Κατ’ αυτήν την έννοια, ο Τζόυς καταλαμβάνει εξέχουσα θέση στο λογοκεντρικό και φαλλοκεντρικό πάνθεον των συγγραφέων του 20ου αιώνα, μεταμορφώνοντας, μετασχηματίζοντας τον Κόσμο σε Λέξη, τη Ζωή σε Λόγο.

Η ερωτική πράξη, στο έργο του, εμποτίζεται με λαγνεία και ανεξέλεγκτο πόθο και απελευθερωμένη, από τις κοινωνικές συμβάσεις, αφήνεται στην πιο αχαλίνωτη φαντασία. Πασπαλίζεται με σκοποφιλία: σεξουαλική ηδονή που προκαλείται από το βλέμμα του αρσενικού, καθώς σκαρφαλώνει ηδονικά στους λόφους και κατρακυλά στις κοιλάδες και στις ρεματιές του γυμνού γυναικείου σώματος, σε κινηματογραφική αργή κίνηση.

Ο κάτοχος του βλέμματος εστιάζει τον φακό τού «Εγώφθαλμού» του σε οποιοδήποτε σημείο του γυμνού γυναικείου σώματος επιθυμεί. Αυτός είναι που χειρίζεται το βλέμμα, σαν κινηματογραφική μηχανή λήψεως και προβολής. Μπορεί να επιταχύνει ή να επιβραδύνει τη λήψη και την προβολή της «ταινίας», ανάλογα με τη διάθεσή του και το ενδιαφέρον που παρουσιάζει το «αντικείμενο».

Σ’ αυτό το βλέμμα, η γυναίκα, ως ανθρώπινη ύπαρξη, αγνοείται παντελώς και το μόνο που έχει σημασία, για το λογοφαλλοκεντρικό αρσενικό βλέμμα, είναι η ηδονική απόλαυση που αισθάνεται στην θέα του γυναικείου σώματος. Η γυναίκα υπάρχει μόνο σε σχέση με τον άνδρα. Σαν να υπάρχει μόνο ένα φύλο.

Και η γυναίκα, από την δική της σκοπιά, συχνά θεάται το εαυτό της, μέσα από την προοπτική του αρσενικού βλέμματος. Εικόνα της εικόνας που έχει το αρσενικό γι’ αυτήν. Σύμφωνα με τα παραπάνω, μια φεμινίστρια θα χαρακτήριζε τον Τζόυς «αρσενικό σωβινιστικό γουρούνι: male chauvinist pig».

Τα Άνθη του Κακού» του Μπωντλαίρ και η Μαντάμ Μποβαρύ του Φλωμπέρ, το 1857, σηματοδότησαν την αρχή της σύγκρουσης της τέχνης με τους κήνσορες. Σύγκρουση που κορυφώθηκε, στην σύγχρονη εποχή, όταν η τέχνη έλαβε μέρος στην πορνογραφική μάχη.

«Για μια στιγμή έμεινε σιωπηλή με μάλλον λυπημένα χαμηλωμένα μάτια. Ήταν έτοιμη να απαντήσει, μα κάτι κράτησε τις λέξεις στη γλώσσα της. Η παρόρμηση την παρότρυνε να μιλήσει δυνατά˙ … Τα όμορφα χείλη σούφρωσαν προς στιγμήν, αλλά ύστερα κοίταξε ψηλά και ξέσπασε σε ένα χαρούμενο μικρό γέλιο που είχε μέσα του όλη τη φρεσκάδα ενός νεανικού Μαγιάτικου πρωινού.

Αισθάνθηκε το ζεστό κοκκίνισμα, ένα σήμα κινδύνου πάντοτε για την Γκέρτυ ΜακΝτόουελ, να κατακλύζει και να πυρώνει τα μάγουλά της. Μέχρι τότε είχαν ανταλλάξει μοναχά εντελώς τυχαία βλέμματα, μα … τα μάτια του έκαιγαν μέσα της σαν να την ερευνούσαν ολοκληρωτικά, σαν να διάβαζαν την ίδια της την ψυχή.

… Έβγαλε το καπέλο της, για λίγο, … και ομορφότερο, πιο ντελικάτο κεφάλι με καστανοκαφέ βοστρύχους δεν είχε ποτέ ιδωθεί σε ώμους κοριτσιού … η αναπνοή της πιάστηκε μόλις έπιασε την έκφραση των ματιών του. Την κοίταζε όπως ένα φίδι κοιτάει τη λεία του. …

Τα σκοτεινά του μάτια καρφώθηκαν πάνω της ξανά ρουφώντας κάθε της καμπύλη, κυριολεκτικά προσκυνώντας στον ναό της. Τα μάτια που ήταν καρφωμένα επάνω της έκαναν τους σφυγμούς της να τσούζουν. Του έριξε μια ματιά, στιγμιαία συναντώντας το βλέμμα του, και μια φλόγα άναψε μέσα της.

Έγειρε πίσω αρκετά για να βλέπει τα πυροτεχνήματα και έπιασε το γόνατό της με τα χέρια της … Και δεν υπήρχε κανείς να δει, μόνο αυτός κι αυτή, όταν αποκάλυψε μέχρι επάνω τα χαριτωμένα καλλίγραμμα πόδια της εύπλαστα τρυφερά και με αβρές καμπύλες, … και έγειρε πίσω ακόμη πιο πολύ …

Και αυτή είδε μια Ρωμαϊκή λαμπάδα να ανεβαίνει ψηλά, … ψηλά, ψηλά, …, ψηλότερα, όλο και πιο ψηλά, και αυτή αναγκάστηκε να γείρει πίσω περισσότερο και πιο πολύ για να το δει, ψηλά, πολύ ψηλά … και το πρόσωπό της είχε πλημμυρίσει με ένα θείο, μαγευτικό κοκκίνισμα από την ένταση του τανύσματος και αυτός μπορούσε να δει … και αυτή τον άφηνε να δει και είδε πως αυτός έβλεπε και … και αυτή έτρεμε σύγκορμη από το να τεντώνεται τόσο πολύ προς τα πίσω, που αυτός είχε πλήρη θέα μέχρι ψηλά πάνω από το γόνατό της, … κι αυτός που κοίταζε τόσο άσεμνα … και αυτός συνέχισε να κοιτάει, να κοιτάει.

Ευχαρίστως θα του είχε φωνάξει με κραυγή πνιγμένη, θα άπλωνε τα λεπτά λευκά σαν το χιόνι μπράτσα της προς αυτόν καλώντας τον κοντά της, να αισθανθεί, να αισθανθεί τα χείλη του …, την κραυγή του έρωτα ενός κοριτσιού, μια μικρή πνιχτή κραυγή, στραγγισμένη από μέσα της, εκείνη την κραυγή που έχει αντηχήσει στους αιώνες.»

Τα χείλη της Γκέρτυ μιλούν, μαζί με τα χείλη του αιδοίου της, τη δική τους γλώσσα, ή η γλώσσα της είναι αντικατοπτρισμός και σκέψη της σκέψης του αρσενικού για τη γυναικεία σεξουαλικότητα; Εικόνα της εικόνας του αρσενικού για τη γυναίκα;

Η γυναίκα Γκέρτυ στο βλέμμα και στη σκέψη του Μπλουμ, εμφανίζεται ως η γυναίκα που διαμορφώνεται μέσα στην πατριαρχική, ανδροκρατική, φαλλοκρατική, αντίληψη της κοινωνίας ακόμη και σήμερα, πόσο μάλλον στη εποχή που έζησε ο Τζόυς.

Η γλώσσα του βλέμματος του αρσενικού, σαρκώνεται στη γλώσσα του σώματος της Γκέρτυ, η οποία σπάζοντας, έστω και φαντασιακά, τα δεσμά, βιώνει και μιλάει απροφάσιστα, τη δική της επιθυμία, τη σεξουαλικότητα του θηλυκού. Δεν είναι τώρα καθρέφτης στον οποίο καθρεφτίζεται η αρσενική επιθυμία.

«Και τότε μια ρουκέτα ξεπετάχτηκε… και Ω! … ήταν σαν ένας αναστεναγμός
από Ω! Ω! σε έκσταση, και ξεχύθηκε ένας χείμαρρος βροχής … και αχ! ήταν … δροσερά αστέρια που έπεφταν … Ω, τόσο όμορφα, Ω, βελούδινα, γλυκά, βελούδινα! ύστερα όλα έλειωσαν σαν δροσοσταλίδες…»

Η Γκέρτυ βρίσκεται σε ερωτική έκσταση. Σε έκσταση οργασμού, όπως τον περιγράφει η Αγία Θηρεσία, στη δική της έκσταση:

[Οι εικόνες που ακολουθούν είναι από την γλυπτή σύνθεση: Η Έκσταση της Αγίας Θηρεσίας (1646), του Τζαν Λορέντσο Μπερνίνι (Gian Lorenzo Bernini, στο παρεκκλήσι Κορνάρο, της εκκλησίας Σάντα Μαρία ντέλα Βιτόρια, στη Ρώμη.]

«Δίπλα μου στ’ αριστερά, στεκόταν ένας άγγελος σωματοποιημένος … δεν ήταν ψηλός αλλά κοντός και πολύ όμορφος˙ και το πρόσωπό του ήταν τόσο φλογισμένο, … φαινόταν να είναι ολόκληρος στη φωτιά… στο χέρι του είδα μια μεγάλη χρυσή λόγχη, και στη σιδερένια αιχμή της φαινόταν να είναι ένα σημείο φωτιάς. Την βύθισε μέσα στην καρδιά μου πολλές φορές και τρύπησε τα σωθικά μου. Όταν την τράβηξε έξω αισθάνθηκα ότι πήρε και τα σωθικά μου μαζί του και με άφησε τελείως εξουθενωμένη να καίγομαι από τον μεγάλο έρωτα του Θεού. Ο πόνος ήταν τόσο δυνατός που μ’ έκανε να βογκώ. Και όμως τόσο μεγάλη ήταν η γλύκα αυτού του υπερβολικού πόνου, που κανένας δε είναι δυνατόν να εύχεται να σταματήσει ούτε και κανενός η ψυχή ευχαριστιέται με οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό. Αυτός δεν είναι σωματικός αλλά πνευματικός πόνος, αν και το σώμα έχει σημαντική συμμετοχή σ' αυτόν. Είναι ένα χάδι έρωτα τόσο γλυκό μεταξύ ψυχής και Θεού, που προσεύχομαι στην καλοσύνη του Θεού να δώσει αυτήν την εμπειρία σ’ αυτόν που σκέφτεται ότι λέω ψέματα.»

Τα μάτια κλειστά και τα χείλη μισάνοιχτα αφήνουν να ξεφύγει το βογγητό της ηδονής και της γλυκιάς οδύνης, μετά την κορύφωση της σωματοποιημένης στο λείο μάρμαρο θείας συνουσίας.

Ο λευκός χιτώνας αποκαλύπτει, παρά συγκαλύπτει, τον αδιόρατο σπασμό ηδονοδύνης που διατρέχει το σώμα καθώς βιώνει το ωκεάνιο συναίσθημα της της θείας συνουσίας.

Η γλώσσα του βλέμματος της Γκέρτυ, σαρκωμένη στη δική της σάρκα, μιλάει τη γλώσσα της δικής της επιθυμίας, της σεξουαλικότητας του δικού της σώματος.

«Αχ! Του έριξε μια ματιά καθώς έγειρε μπροστά γρήγορα, ένα σπαρακτικό μικρό βλέμμα αξιολύπητης διαμαρτυρίας, ντροπαλής επίπληξης κι αυτός κοκκίνισε σαν κορίτσι. Έγερνε πίσω, πάνω στον βράχο που ήταν πίσω του. Ο Λεοπόλδος Μπλουμ (για τι αυτός είναι) στεκόταν σιωπηλός, με χαμηλωμένο το κεφάλι μπροστά σε κείνα τα νεανικά αθώα μάτια.»

Ο Μπλουμ έχει προδώσει την Γκέρτυ! Έχει, κρυφά, αυτοϊκανοποιηθεί, κρυφοβλέποντας «τα άδυτα των αιδοίων» της, που του είχε προφέρει αφειδώλευτα.

«Σηκώθηκε. Ήταν το αντίο; Όχι. … Οι ψυχές τους συναντήθηκαν σε ένα τελευταίο παρατεταμένο βλέμμα και τα μάτια που έφτασαν στην καρδιά της, γεμάτα με μια παράξενη λάμψη, κρεμαστήκαν παγιδευμένα πάνω στο γλυκό σαν λουλούδι πρόσωπό της. Του χαμογέλασε αχνά, ένα γλυκό χαμόγελο συγχώρεσης, ένα χαμόγελο στο χείλος των δακρύων και ύστερα χωρίστηκαν.»

Τον αποχαιρετά γλυκά η Γκέρτυ, συγχωρώντας τον. Ίσως κι αυτή να ικανοποιήθηκε που η παρουσία του της έδωσε τη δύναμη και την ηδονή να διατρανώσει τον δικό της πόθο, να βιώσει τη δική της αυτεξούσια σεξουαλικότητα, στην φανταστική συνουσία.

Μόλλυ Μπλουμ: Η σεξουαλικά ακόρεστη και απελευθερωμένη, ώριμη γυναίκα.

Εάν η Γκέρτυ απλώς επιδεικνύει την σεξουαλικότητά της, η Μόλλυ βιώνει, απελευθερωμένη, τη δική της σεξουαλικότητα. Όχι μόνον απολαμβάνει το σεξ, αλλά αναγνωρίζει ότι είναι σεξουαλικό υποκείμενο, και το επιθυμεί, να είναι. Γνωρίζει ότι είναι επιθυμητή από τους άνδρες και ευχαριστιέται να είναι επιθυμητή.
Αναθυμάται μια σεξουαλική συνεύρεση που είχε νεαρή ακόμη κοπέλα με έναν εραστή της στο Γιβραλτάρ και την περιγράφει, μυώντας σε αυτήν το αναγνώστη.

«η Μάλτα ναι η θάλασσα και ο ουρανός … μου τα χάιδεψε απ’ έξω τους αρέσει να το κάνουν έτσι είναι η στρογγυλάδα έγερνα πάνω του η μπλούζα μου ανοιχτή… αυτός φόραγε ένα σα διάφανο πουκάμισο μπορούσα να δω το στήθος του ροδαλό θέλησε ν’ αγγίξει το δικό μου με το δικό του για μια στιγμή αλλά δεν το άφηνα … από φόβο, ποτέ δεν ξέρεις φυματίωση ή να με αφήσει με κανένα παιδί εμπαραζανδα. Αυτή η γριά υπηρέτρια η Ινες μου είπε ότι ακόμη και μια σταγόνα να πάει μέσα σου ύστερα που δοκίμασα με τη μπανάνα … φοβήθηκα μη σπάσει και χαθεί μέσα μου κάπου ναι γιατί μια φορά εβγαλαν κάτι από μέσα από μια γυναίκα που ήταν εκεί για χρόνια σκεπασμένο με ασβέστη»

Τους ξέρει καλά τους άνδρες η Μόλλυ. Ο νους τους, πίσω από τα ερωτόλογα της αγάπης, είναι πάντα εκεί. και βιάζονται να ικανοποιηθούν, εγωιστικά, κατατρυχόμενοι από ένα σύμπλεγμα επιστροφής στη μητρική μήτρα (οιδιπόδειο), μη μπορώντας να «πάνε αρκετά βαθιά», να γνωρίσουν την επιθυμία του θηλυκού. Αδιαφορούν για την ικανοποίηση του θηλυκού, θεωρώντας το παθητικό δέκτη της δικής του επιθυμίας.

«τρελαίνονται να μπούν εκεί απ’ όπου βγήκαν θα πίστευες ότι ποτέ δε θα μπορούσαν να πάνε αρκετά βαθειά και τότε τελειώνουν μαζύ σου μέχρι την επόμενη φορά ναι γιατί υπάρχει μια θαυμάσια αίσθηση εκεί πάντα …»

Όμως η Μόλλυ, διεκδικεί και παίρνει στα χέρια της, ενεργητικά, την δική της σεξουαλική επιθυμία, με τα «πονηριά» του θηλυκού «ίσως», που είναι «ναι και όχι». Ηδονίζεται από την ηδονοδύνη που προκαλεί στο ερεθισμένο αρσενικό, η παράταση του «ναι και όχι» Η σκόπιμη αναποφασιστικότητα.

«Ω ναι τον τράβηξα έξω πάνω στο μαντήλι μου κάνοντας πως δεν είμαι ερεθισμένη αλλά άνοιξα τα πόδια μου δεν θα τον άφηνα να μ αγγίξει κάτω απ το μισοφόρι μου… τον καταβασάνισα»

Ηδονίζεται, με τον φαλλό σε στύση και τα «βογγητά» του ερεθισμένου αρσενικού, που περιμένει το «ναι» της ολοκλήρωσης, που καθυστερεί, και το δηλώνει: «μου άρεσε να ξεσηκώνω εκείνον τον σκύλο. Μου άρεσε έτσι που βογκούσε»

Περιγράφει, χωρίς αναστολές, ερεθισμένη ηδονικά και η ίδια, την ανδρική «φύση», ενώ το αρσενικό, αμήχανο, σεξουαλικό αντικείμενο τώρα, για τη γυναίκα, την οποία έχει καταγράψει στο μυαλό του ως δικό του παθητικό αντικείμενο της δικής του σεξουαλικότητας, υφίσταται, ερεθισμένος και αμήχανος, και «αναψοκοκκινίζει», βλέποντας τη γυναίκα να τον χειρίζεται ως αντικείμενο ηδονής.
« ... όπως εκείνο το πρωί που τον έκανα να αναψοκοκινίσει λίγο όταν ανέβηκα πάνω του … όταν τον ξεκούμπωσα και του τόβγαλα έξω και του τράβηξα το πετσάκι είχε κάτι σαν μάτι πάνω του …»

Ξαναθυμάται έναν άλλον εραστή της.

«αγαπημένη Μόλλυ με φώναζε ποιο ήταν τ’ όνομά του Τζακ Τζοε Χαρυ Μάλβυ ήταν ναι νομίζω υπολοχαγός ήταν μάλλον ξανθός είχε ένα είδος γελαστής φωνής … Κύριε είναι σαν χτες για μένα»

«Νομίζω», «μάλλον» «μ’ ένα είδος γελαστή φωνής» Οι λέξεις φανερώνουν
αβεβαιότητα. Έχει περάσει πολύς καιρός, παρόλο που γι’ αυτήν «είναι σαν χτές». Σκέφτεται, όχι τον ίδιον, αλλά το «τάπωμα», έστω κι’ αν θα διέπραττε, μοιχεία.

«και αν ήμουν παντρεμένη πάλι θα μου το έκανε … ναι ειλικρινά θα τον άφηνα να με ταπώσει … Όμως έχει περάσει καιρός, ίσως έχει αλλάξει τελείως. ίσως έχει παντρευτεί κάποιο κορίτσι στο Μπλακ Γουότερ και έχει αλλάξει τελείως»

Τους ξέρει καλά η Μόλλυ τους άντρες. «όλοι αλλάζουν δεν έχουν το
τον χαρακτήρα μιας γυναίκας» Τον χαρακτήρα μιας γυναίκας, μιας γυναίκας σαν την Μολυ, έκδοτη στην σεξουαλική ηδονή, σεξουαλική ξελογιάστρα (όλες οι γυναίκες είναι σαν αυτή;), δοθείσης ευκαιρίας, μη υπολογίζοντας μικροαστικές συμβάσεις:

«αυτή δεν ξέρει τι έκανα με τον πολυαγαπημένο της σύζυγο πριν καν αυτός την ονειρευτεί μέρα μεσημέρι επίσης μπροστά σε όλον τον κόσμο μπορεί να πεις»

Ξαναγυρίζει τώρα στη μοναξιά που νιώθει η γυναίκα ως παθητικό αντικείμενο, εργαλείο για την αποκλειστική εγωιστική σεξουαλική ικανοποίηση του άνδρα, που υποκρίνεται ότι της αρέσει μέχρι να ικανοποιηθεί αυτός. «προσπαθώντας να με κάνει μια πουτάνα πράγμα που δεν θα καταφέρι»
Η Μόλλυ δεν είναι πόρνη. Δεν εκδίδεται. Δίνεται στους εραστές της απολαμβάνοντας το σεξ όσο και οι ίδιοι. Μεικές φορές όμως μένει ανικανοποίητη, αφού το εγωιστικό αρσενικό φροντίζει μόνο για τη δική του ικανοποίηση.

«ρήμαγμα για κάθε γυναίκα και καμιά ικανοποίηση σ’ αυτό να καμώνεται ότι της αρέσει μέχρι που να χύσει αυτός και μετά εγώ να τελειώνω μόνη μου όπως-όπως»

Στο τέλος, η ερωτική συνεύρεση, μέσα στην φθορά του πολυκαιρισμένου γάμου, γίνεται μια συνήθεια, μια υποχρέωση, που εκτελείται μηχανικά.

«τέλος πάντων τελείωσε τώρα μια για πάντα κι ας λέει ο κόσμος γι αυτό είναι μόνο η πρώτη φορά μετά είναι απλά μια συνήθεια και δεν το σκέφτονται άλλο πια»

Αναρωτιέται η Μόλλυ, γιατί μια γυναίκα πρέπει να παντρευτεί, για να νιώσει το ηδονικό σκίρτημα παντού, σε όλο της το κορμί, που το ζητά άγρια και δεν μπορεί να αντισταθεί στο κάλεσμά του, που σχεδόν την παραλύει. Γιατί πρέπει μια γυναίκα να παντρευτεί πρώτα για να νοιώσει το παθιασμένο ερωτικό φιλί μέχρι τα φυλλοκάρδια της;

«γιατί δε μπορείς να φιλήσεις έναν άντρα χωρίς να πρώτα να πας να τον παντρευτείς μερικές φορές το ζητά άγρια όταν αισθάνεσαι έτσι τόσο όμορφα παντού σ’ όλο σου το κορμί δεν μπορείς ν αντισταθείς επιθυμώ κάποιον άντρα ή άλλον να μ’ έπαιρνε κάποια φορά όταν είναι εκεί και να με φιλούσε μέσα στην αγκαλιά του τίποτα δεν είναι σαν ένα φιλί μεγάλο και ζεστό μέχρι τα φυλλοκάρδια σου σχεδόν σε παραλύει»

Ακόμα και στην εξομολόγηση ο παπάς την βλέπει σαν σεξουαλικό αντικείμενο αμαρτωλής γυναίκας.

«ύστερα σιχαίνομαι αυτή την εξομολόγηση όταν πήγαινα στον πατέρα Κόριγκαν με άγγιξε πάτερ και τι έβλαφτε αν το’κανε» Ο εξομολόγος συνεχίζει, και της ζητά να γίνει πιο συγκεκριμένη. «που» Η Μόλλυ απαντά αόριστα: «και έλεγα στην όχθη του καναλιού σαν χαζή»

Όμως ο εξομολόγος επιμένει: «αλλά πού περίπου στο σώμα σου τέκνον μου στο μηρό πίσω ψηλά ήταν» Κι η Μόλλυ γίνεται αορίστως πιο συγκεκριμένη: «ναι μάλλον ψηλά ήταν εκεί που κάθεσαι ναι»
Στο τέλος, δεν αντέχει την υποκρισία του παπά και, στη σκέψη της, του
απαντά με την «απρεπή» λέξη:

«Ω Κύριε δε μπορούσε να πει κατ’ ευθείαν κώλος και να έχει τελειώσει μ αυτό, τι σχέση έχει αυτό»

Ο Παπάς φαίνεται ότι επιμένει ν’ ακούσει συγκεκριμένη λέξη: «εσύ» ρωτάει πάλι ο παπάς, εννοώντας αν το έκανε «αυτό», που ξεχνάει η Μόλλυ πως το έλεγε «ξεχνάω πως το’λεγε» και απαντά: «όχι πάτερ» Και συνεχίζει:

«και πάντοτε σκέφτομαι τι στ’ αληθεία θέλει να ξέρει ο πραγματικός πατέρας όταν κιόλας το έχω εξομολογηθεί στον Θεό»

Η σκέψη ξαναγυρνάει στο ιερέα εξομολόγο. Περιγράφει συγκεκριμένα του χαρακτηριστικά:

«είχε ένα όμορφο παχουλό χέρι η παλάμη υγρή πάντοτε δεν θα μ’ ένοιαζε να την ένοιωθα ούτε κι αυτόν θα έλεγα με τον βοιδόσβερκο του στη αλογολαιμαριά του »

Φαντασιώνεται ερωτική σχέση με έναν ρασοφόρο:

«θα ήθελα να μ’ αγκαλιάσει κάποιος ντυμένος τα ράσα του και η μυρωδιά του λιβανιού να αναδύεται απ’ αυτόν»

Μια σεξουαλική σχέση μιας παντρεμένης με έναν παππά θα έμενε καλά κρυμμένη, γιατί αυτός θα ενδιαφερόταν να προφυλάξει την φήμη του, ως ιερέας.

«εξ άλλου δεν υπάρχει κίνδυνος με έναν παπά άμα είσαι παντρεμένη αυτός είναι τόσο προσεκτικός για πάρτι του» Στο κάτω-κάτω ο παπάς, (είναι καθολικός), θα εξιλεωθεί αγοράζοντας συχωροχάρτι από τον Πάπα. «μετά δίνει κάτι στην αυτού αγιότητα τον πάπα για εξιλέωση»

Άρεσε στη Μόλλυ η συνομιλία με τον εξομολόγο της, της άρεσε. Σ’ αυτόν;

«αναρωτιέμαι αν ευχαριστήθηκε μαζί μου». Όμως «ένα πράγμα που δε μ’ άρεσε η παλαμιά στα πισινά όταν έφευγε με τόση οικειότητα στο χολ»

Η εξομολόγηση είχε τελειώσει. ότι έγινε, έγινε. Τώρα, πάλι, η Μόλλυ ήταν μια εξομολογούμενη, η οποία τελείωσε τη δουλεία της, κι αυτός ήταν ο εξομολόγος της, που τελείωσε τη δική του δουλειά. Ήταν πάλι δυο ξένοι. Να λείπουν οι οικειότητες, πάτερ. «παρόλο που γέλασα δεν είμαι άλογο ή γαϊδάρα»

Όμως τα σεξουαλικά υπονοούμενα του παπά ξύπνησαν άλλες σεξουαλικές συνευρέσεις. Και τις περιγράφει ζωντανά θαυμάζοντας και απολαμβάνοντας την θέα του ζωώδους ανδρισμού.

«πρέπει να είχε χύσει 3 ή 4 φορές μ αυτό το τρομερό μεγάλο κόκκινο κτηνώδες πράμα που έχει … νόμισα πως η φλέβα ή ότι διάβολο το λένε θα έσπαγε»

Η ίδια, η Μόλλυ, η ξελογιάστρα, προετοιμάζεται να τον απολαύσει, ασκώντας τη σαγήνη του γυμνού θηλυκού σώματος, πάνω στο αρσενικό. Θέλει να δει να (ξε)σηκώνεται ο ανδρισμός του, που κι αυτήν την ξεσηκώνει.

«αφού έβγαλα όλα μου τα ρούχα με κατεβασμένα τα ρολά μετά από ώρες ντυσίματος και αρωματίσματος και χτενίσματος»

Και να, το ποθούμενο, συμβαίνει:
«αυτό σαν σίδερο ή σαν κάποιο χοντρό λοστάρι όρθιο όλη την ώρα πρέπει να είχε φάει στρείδια νομίζω μερικές δωδεκάδες.»

Είχε και άλλες τέτοιες εμπειρίες στη ζωή της η Μόλλυ, μα τόσο «μεγάλη» ποτέ.

«όχι ποτέ σε όλη μου τη ζωή δεν αισθάνθηκα κάποιον να την έχει τόσο μεγάλη που να σε κάνει να αισθάνεσαι γεμάτη ως πάνω»
Η γυναίκα, Μόλλυ, η γεμάτη ως πάνω κι η απύθμενη.

Όμως όλες αυτές οι εμπειρίες της έμαθαν πως το μόνο που θέλουν τα αρσενικά, όλο κι όλο είναι:

«να τη χώνουν μέσα σου γιατί αυτό είναι όλο κι όλο που θέλουν από σένα με κείνο το αποφασιστικό ακόλαστο βλέμμα στο μάτι»

Ξαπλωμένη ανάσκελα η γυναίκα, αντικείμενο σεξουαλικής ικανοποίησης του αρσενικού, χρησιμοποιείται για την δική του ικανοποίηση και μόνο.:

«ωραία εφεύρεση έχουν βρει για τις γυναίκες γι αυτόν να έχει όλη την ευχαρίστηση αλλά αν κάποιος τους άγγιζε τους ίδιους μ αυτό θα καταλάβαιναν. Να ορμά καταπάνω μου έτσι όλη την ώρα, Πάντα να είσαι υποχρεωμένη να ξαπλώνεις ανάσκελα γι αυτούς. καλύτερα να μου τον βάζει από πίσω, όπως το κάνουν τα σκυλιά.»

Η σκέψη αυτή την ξεσηκώνει. Όχι, δεν θα ικανοποιείται μόνο αυτός. Κι αυτή προσδοκά την σεξουαλική ηδονή και φθάνει στα άκρα:

«μακάρι να ήταν εδώ αυτός ή κάποιος άλλος να αφεθώ μαζί του και να ξαναχύσω όπως καίγομαι μέσα μου ή θα μπορούσα να το ονειρευτώ όταν με έκανε να χύσω δεύτερη φορά γαργαλώντας με από πίσω με το δάχτυλό του έχυνα για 5 λεπτά περίπου με τα ποδιά μου γύρω του Ω Κύριε ηθελα να τα ξεστομίσω γάμα ή σκατά ή οτιδήποτε»

Η Μόλλυ, βρίσκεται σε σεξουαλική διέγερση, και παραδίδεται, χωρίς
αντίσταση, εθελουσίως, στον εισβολέα, που δεν αφήνει αλώβητη καμιά είσοδο. Κι έτσι, παραδομένη, έρμαιο της ανείπωτης σεξουαλικής ηδονής, δεν μπορεί να περιμένει, ώσπου να την ξανανιώσει:

«το ακόρεστο χτήνος Πέμπτη Παρασκευή μία, Σάββατο δύο, Κυριακή τρεις. Ω Κύριε δεν μπορώ να περιμένω μέχρι τη Δευτέρα»

Της αρέσει να σκανδαλίζει, να σαγηνεύει το αρσενικό, στοχεύοντας στη σεξουαλική του διέγερση:

«θα φορέσω το καλύτερό μου μεσοφόρι και την καλύτερή μου κυλότα άστον να έχει μια χορταστική ματιά σ’ αυτό για να κάνει το πράμα του να σηκωθεί»

Ερεθισμένη σεξουαλικά και η ίδια, θα του το πει, του Μπλουμ, του συζύγου της, θα του το πει, όταν γυρίσει το βράδυ, να ξαπλώσει πάνω στα κηλιδωμένα σεντόνια και στη γούβα που άφησε το σώμα του εραστή της Μπόυλαν. Ο Μπλουμ, γνωρίζει ότι ο Μπόυλανθα την επισκεφθεί κατά τις 4 το απόγευμα, κι αυτή, θα του το πει του Μπλουμ, θα του περιγράψει με ζωντανές, προκλητικές λέξεις την ευωχία της, την βακχεία, με το εραστή της:

«θα του το πω αν αυτό είναι που ήθελε ότι η γυναίκα του γαμήθηκε ναι και πολύ καλά γαμήθηκε επίσης μέχρι το λαρύγγι μου σχεδόν όχι από αυτόν 5 ή 6 φορές διαδοχικά να τα σημάδια από το χύσιμό του πάνω στα καθαρά σεντόνια»

Φαντασιώνεται να ξαναζήσει την ίδια ευωχία με τον Μπλουμ:

«εκτός κι αν τον έβαζα να σταθεί εκεί και να τον βάλω μέσα μου. Σκέφτομαι να του πω κάθε λεπτομέρεια και να τον κάνω να το κάνει μπροστά μου έτσι του αξίζει είναι όλο δικό του το λάθος αν είμαι μοιχαλίδα όπως ο τύπος στη γαλαρία είπε… Ω, πολύς λόγος γι αυτό, αν αυτό είναι όλο το κακό που κάναμε σε αυτήν την κοιλάδα των δακρύων, ο Θεός ξέρει πως δεν είναι σπουδαίο…. υποθέτω πως αυτός είναι ο λόγος που υπάρχει η γυναίκα διαφορετικά Αυτός δεν θα μας είχε κάνει έτσι που μας έκανε, τόσο ελκυστικές για τους άντρες»

Εν τέλει, μάλλον είναι «θέλημα Θεού» αυτό. Η χαρά, η ηδονή του καθαρού σεξ για την απόλαυση του σεξ. Στο κάτω κάτω, ποιος έβαλε το φίδι στον Παράδεισο;

« Όλοι (και όλες) δεν το κάνουν μόνο που το κρύβουν», σκέφτεται η
Μόλλυ, και οι περισσότερες παριστάνουν την Οσία Μαγδαληνή, «από την οποία (Εκείνος) έβγαλε εφτά δαιμόνια: αφ’ ης εκβεβλήκει επτα δαιμόνια» Δεν το λέει αυτό η Μόλλυ. Ο Ευαγγελιστής Μάρκος το αποκαλύπτει στο Ευαγγέλιό του (ιστ: 9)
Η φωνή της σάρκας, φωνάζει, πως γι’ «αυτό» πλάστηκε η γυναίκα. Η Μόλλυ σ’ αυτόν τον τομέα δεν φαίνεται καθόλου φεμινίστρια. Ή, μάλλον, είναι απροφάσιστα, απροσχημάτιστα, πραγματική γυναίκα-φεμινίστρια (femina: λατιν. γυναίκα), που αναγνωρίζει, απολαμβάνει και διακηρύσσει τη σεξουαλικότητάς της.
Οι «κλασικές φεμινίστριες» θα την αποκαλούσαν, ίσως, «θηλυκό σωβινιστικό γουρούνι: female chauvinist pig», όπως και τον Τζόυς, σ’ αυτό το σημείο, θα τον αποκαλούσαν «αρσενικό σωβινιστικό γουρούνι: male chauvinist pig»

Συνεχίζει, Μόλλυ, τη σεξουαλική της φαντασίωση και βακχεία και την περιγράφει όπως την νιώθει, εκείνη τη στιγμή, που «βακχέυεται». Προσφέρει, για σεξουαλική ευχαρίστηση και ηδονή, τα σεβαστά, τα αιδοία της, «τα απόρρητα και ου φωνητά» Και τα προφέρει, ονομάζοντάς τα με το πραγματικό τους όνομα, χωρίς «κομψευριπιδικές» σμνοτυφίες:

«ύστερα αν θέλει να φιλήσει τον κώλο μου θα ανοίξω τραβώντας την κυλότα μου και θα του τον τουρλώσω κατ ευθείαν στη μούρη του τόσο μεγάλο … μπορεί να χώσει μέσα τη γλώσσα του 7 μίλια ψηλά στην τρύπα μου θα τον αφήσω να χύσει επάνω μου από πίσω με την προϋπόθεση ότι δεν θα λερώσει τη καλή μου κυλόττα ... θα σφίξω τον κώλο μου καλά και θα πω μερικά βρωμόλογα, μύρισε κώλο ή γλείψε την κωλοτρυπίδα μου ή το πρώτο τρελό πράγμα που μού κατεβαίνει στο κεφάλι …»

Η Μόλλυ, απολαμβάνει το σεξ, όχι ως παθητικό σεξουαλικό αντικείμενο, αλλά ενεργητικά, προκαλώντας και διεγείροντας το αρσενικό, διεγειρόμενη και η ίδια από την περιγραφή της. Αυτή είναι η φύση:

«Επουράνιε Θεέ, δεν υπάρχει τίποτα σαν τη φύση τα άγρια βουνά ύστερα η θάλασσα και τα κύματα να ορμούν, ύστερα η όμορφη εξοχή με τα χωράφια της βρόμης και του σιταριού και όλα τα είδη των πραγμάτων … που θα έκαναν καλό στην καρδιά σου να βλέπει ποτάμια και λίμνες και λουλούδια όλων των ειδών σχημάτων και μυρωδιών και χρωμάτων να ξεφυτρώνουν ακόμη και από τάφρους, πασχαλούδες και βιολέτες, αυτό είναι η φύση»

Αυτό είναι ο Θεός. Όσο γι’ αυτούς που λένε δεν υπάρχει Θεός:

«θα αψηφούσα με περιφρόνηση όλη τους τη μόρφωση … οι αθεϊστές ή όπως αλλιώς αυτοαποκαλούνται, να πάνε πρώτα και να καθαρίσουν το πουρί από πάνω τους πρώτα κι ύστερα να πάνε κλαίγοντας γοερά στον παπά όταν πεθαίνουν … επειδή φοβούνται την κόλαση λόγω της ένοχης συνείδησής τους, αχ, ναι τους ξέρω καλά, ποιος ο πρώτος στο σύμπαν πριν να υπάρξει κάποιος, που έφτιαξε αυτό όλο; ποιος; αχ αυτό δεν το ξέρουν αυτοί ούτε εγώ.

Ξαναγυρίζει στο παλερθόν, πάλι ελθόν, παρελθόν, που ξαναγίνεται παρόν:

«16 χρόνια πριν Θεέ μου μετά από εκείνο το παρατεταμένο φιλί σχεδόν μου κόπηκε η ανάσα, ναι, αυτός είπε ότι ήμουν ένα λουλούδι του βουνού, ναι, όλες μας είμαστε λουλούδια. Το κορμί της γυναίκας ναι … γι αυτό μου άρεσε επειδή είδα πως καταλάβαινε ή ένιωθε τι είναι μια γυναίκα και του έδωσα όλη την ευχαρίστηση που μπορούσα»

Τώρα, χορτασμένη, θα βγει έξω, και θ’ αφήσει το ξέπνοο αρσενικό να αναρωτιέται, εάν θα πάει για αναζήτηση του εραστή της, πράγμα που θα τον κάνει να την επιθυμήσει και πάλι:

«ύστερα θα σκουπίσω από πάνω μου μηχανικά τα υπολείμματά του, κατόπιν θα βγω έξω, αφήνοντάς τον να ατενίζει το ταβάνι. που πήγε αυτή. Τώρα θα τον κάνω να με θέλει αυτός …»

Η Μόλλυ, η πλανεύτρα, «η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή» αγάπησε τη σάρκα και την ηδονή της σάρκας και δεν μετανοεί. Συχωρεμένη είναι γιατί, αγάπησε πολύ. Αγάπησε πολύ τη ζωή, τον έρωτα, το κορμί της, που το προσφέρει, χωρίς ενοχές, στην πάνδημη Αφροδίτη.

Τραγουδα, μαζί με τον Μίμνερμο: «Τις δε βίος τι τερπνόν άτερ χρυσής αφροδίτης;: Τι ειν’ η ζωή και ποια η χαρά χωρίς τη χρυσή Αφροδίτη;»

Ο ερωτισμός, εν τέλει, είναι φανταστική πορνογραφία, στην πράξη. Μια υπογεγραμμένη κάτω από το ω! του Αγαπώ. Ο θρίαμβος του ονειρικού, που αρνείται το αδύνατο. Η σάρκα που μιλάει.
Σήμερα, που η σημασία των λέξεων, αποφασίζεται από την πλειοψηφία, λέξεις σαν αυτές, που εκστομίζει η Μόλλυ, προκαλούν στους υποκριτές μικροαστούς της «πολιτικής ορθότητος», που η μικρονοϊκή σεμνοτυφία τους αγγίζει τα όρια της ηλιθιότητας, αφρισμένα κύματα αγανακτήσεως, ενώ κρυφίως και στα σκοτεινά μύχια της υπάρξεώς των ιερουργούν στον σκοτεινό βωμό της χυδαιότητας.

Με «Ναι», αρχίζει τον μονόλογό της η Μόλλυ και με «Ναι» τον τελειώνει.

Ναι, στην απόλαυση του σεξ από τη γυναίκα, χωρίς αναστολές. Ναι, στην απελευθέρωση του ορμέμφυτου, του ενστίκτου του υποσυνείδητου: την Λίμπιντο, όρος του Sigmund Freud για το ορμέμφυτο της σεξουαλικής συνεύρεσης, που είναι η ζωοδότρα δύναμη της ζωής.

Ο Παλαμάς, την ονόμασε Λιβιδώ και την εκθειάζει στα ποιήματά του:

«Βρέφος, νιος γέρος είσαι στ' όνειρό μας
στο αίμα, στο κρέας, και στο συλλογισμό μας
της νύχτας ή δρακόντισσα, της μέρας
η αρχόντισσα, η μαγίστρα ΛΙΒΙΔΩ,
που με κάνει το εφτάψυχο το τέρας
να ουρλιάζω και να γλυκοκελαϊδώ»
(Δεκατετράστιχα, άρ. 75)

«Μιά πηγή δε στερεύει
Μια φωνή, τραγουδώ
Με χαλάει, με θεριεύει
Λάμια εσύ ΛΙΒΙΔΩ»
(Ή ζωή μου)

Ναι, στην Λιβιδώ: τη χαρά της ζωής και τη δημιουργική δύναμη, που απελευθερώνει ο έρωτας. Το σεξ. Οι λέξεις, ζωντανεύουν και δονούνται στον ρυθμό της σεξουαλικής πράξης.

Η Μόλλυ, όχι μόνον απολαμβάνει το σεξ, αλλά αναγνωρίζει, επίσης, ότι η ίδια είναι, από την φύση της, σεξουαλική ύπαρξη. Γνωρίζει, ότι είναι επιθυμητή από τους άνδρες, και λλά ευχαριστιέται, ηδονίζεται να είναι επιθυμητή. Και αναλαμβάνει και κυρίαρχο σεξουαλικό ρόλο.

Αρκετοί κριτικοί και φεμινίστριες συγγραφείς, έχουν χαρακτηρίσει τον Τζόυς μισογύνη. Μισογύνης! ο συγγραφέας που ζωγράφισε τη γυναίκα και με τα χρώματα της σεξουαλικότητάς της, που της έδωσε φωνή να διαλαλήσει, πως και η γυναίκα ποθεί, επιδιώκει, απολαμβάνει την σεξουαλική ηδονή, όσο και ο άνδρας. Δεν είναι σεξουαλικό αντικείμενο, προς θέα και ικανοποίηση του αρσενικού.
Ο Τζόυς, παρουσιάζει, με ολοζώντανα χρώματα και προκλητικές φράσεις, με ωμές λέξεις, την πιο απελευθερωμένη σεξουαλικά γυναίκα, που μπορεί να φανταστεί κανείς, από την πένα ενός άνδρα συγγραφέα.

Η Μόλλυ του, μπορεί να μυσταγωγεί σε μια σεξουαλική συνεύρεση, μη υπακούοντας σε προκαθορισμένους ρόλους των δύο φύλων, θεσπισμένους από μια πατριαρχική και υποκριτική και φαλλοκρατική κοινωνία.

Ο Τζόυς, γράφοντας τον Οδυσσέα, δείχνει τον δρόμο, από την βικτωριανή εποχή της σεξουαλικής καταπίεσης και άγνοιας, προς την νέα εποχή του διαφωτισμού, της απελευθέρωσης και της παραδοχής της σεξουαλικότητας της γυναίκας.

Το 1922 όταν εκδόθηκε ο Ulysses μερικοί διανοούμενοι το εκτίμησαν ως την τελική απελευθέρωση της λογοτεχνίας από τη Βικτωριανή σεμνοτυφία. Οι λέξεις σαρκώνονται και η σάρκα γίνεται λέξεις που ονοματίζουν κυριολεκτικά, χωρίς υποκριτική σεμνοτυφία, τα απόκρυφα, τα «ου λεκτά» σημεία και τις κρυφές σκέψεις για το σεξ.

«Συ! Hypocrite lecteur! ─ mon semlable, mon frère!: Ό¬μοιέ μου, α¬δελ¬φέ μου» (Κάρολος Μπωντλαίρ),

Η Μόλλυ είναι δημιουργημένη, όχι από την πλευρά του Αδάμ, αλλά από το χώμα, που γίνεται λάσπη ανακατεμένο με τον ιδρώτα σεξουαλικής ηδονής.

«Χους ην και εις χουν απελέυσει», η Μόλλυ, αλλά στην αιωνιότητα θα μείνει, ως δημιούργημα του δημιουργού της Τζαίημς Τζόυς, ως η χαρά, Joy(ce), της ζωής.

Άννα Λίβια Πλούραμπελ: Η σεξουαλικά πολύπειρη και ώριμη γυναίκα χωρίς ψευδαισθήσεις και αυταπάτες, για το αρσενικό.

Μιλάει η Γυναίκα εκείνο το πάντα αινιγματικό «άλλο», που η φύση του δεν μπορεί να συλληφθεί πλήρως και η κελαρυστή, ποταμίσια ομιλία της δεν γίνεται πάντα κατανοητή.

Το θηλυκό, «μια λάμψη, κι αν είδες, είδες» (Οδυσσέας. Ελύτης) Το θηλυκό, ποταμορροή, πάντα ρέων ποταμός, ποταμός, στον οποίο δεν μπορείς να μπεις δύο φορές, στον ίδιο: «ποταμώ γαρ ουκ έστιν εμβήναι δις τω αυτώ» (Ηράκλειτος).

«Καλή ψιλοβροχομέρα, πόλη. Μιφλάει η Φυλλολίφυ»

Μιλάει, αγουροξυπνημένη, η πραγματική φωνή της Αννας Λίβια Πολυόμορφης, της γυναίκας, που η εικόνα της, τώρα πια, δεν είναι αντανάκλαση της εικόνας που έχει ο άντρας (Να Ο Καθένας: ΝΟΚ) γι’ αυτήν. Δεν χρωματίζεται από τις επιθυμίες, τις ορέξεις και τους φόβους του αρσενικού. Το αρσενικό, κομματιασμένο αυγό του Χάμπτυ Ντάμπτυ, το ξανακολλάει στη σκέψη της και το ξαναγεννάει, σαν «συζυγογιό», η «συζυγοθυγατέρα», ΑΛΠ.

Η γυναίκα, προσωποποιημένη από την πολύμορφη-πολυόμορφη, ΑΛΠ-Φυλλολίφυ, συνειδητοποιεί, στον μονόλογό της, πως η εξουσία του άνδρα, το αρσενικό πρότυπο, είναι εικόνα της δικής της ιδέας και σκέψης, γι’ αυτόν, όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα στην πατριαρχική, ανδροκρατούμενη, φαλλοκρατούμενη παράδοση.

Η Φυλλολίφυ, ελευθερωμένη από την ψευδαισθήσεις και τις αυταπάτες της, «λύνει κάβο» και ανοίγεται στην απέραντη θηλυκή θάλασσα, έχοντας ξανά βρει, έχοντας ή ίδια δημιουργήσει την γυναικεία της αυτόνομη προσωπικότητα. Μπαίνει στη σφαίρα «εκείθεν των αυτονοήτων», απελευθερωμένη.

Η Φυλλολίφυ-Αντιγόνη, νομοθετεί τον δικό της νόμο, ενάντια στον νόμο του Αφέντη-Κρέοντα, ο οποίος οργισμένος, από την αμφισβήτηση της εξουσίας του, ξεσπάει: «Άντρας δε θα ’μαι τώρα εγώ, άντρας αυτή,/αν ατιμώρητα κλοτσάει την ισχύ μου: Η νυν εγώ μεν ούκ ανήρ, αύτη δ’ ανήρ,/ει ταύτ’ ανατί τήδε κείσεται κράτη».

Η Φυλλολίφη, νομοθετεί τη δική της νομοθεσία. «Μια νομοθεσία εντελώς άχρηστη για όλες τις εξουσίες» (Οδυσσέας Ελύτης). Δεν υπακούει πια στον νόμο της αντρικής δύναμης και αυθαιρεσίας. Η ανυπακοή, χαρίζει την ομορφιά της υπέρβασης των αυτονοήτων, που έχουν ισχύ όσο τα αποδέχεται κάποιος. Και όπως η φυσική ομορφιά, υπερβαίνει τις λέξεις, γιατί είναι το μόνο πράγμα, που δεν χρειάζεται απόδειξη, διαπιστούται «άμα τη εμφανίσει», έτσι και η πνευματική ομορφιά υπερβαίνει τη λογική.

Η Φυλλολίφυ, ξεπερνώντας τα όρια της συμπαγούς αρσενικής λογικής, ενός ανδροκρατούμενου κόσμου, ελευθερώνεται από τα δεσμά της αρσενικής αντίληψης για τη γυναίκα. Στρέφεται προς τις ομόφυλές της, την «άγρια Αμαζονιοαμαζόνα και την «αγέρωχη Νειλοσελήνη »

Νείλος και Αμαζόνιος, ποτάμια, (το ποτάμι στην Αγρύπνια και σε ορισμένες γλώσσες, είναι θηλυκού γένους), που κυλούν στη σκέψη της και την οδηγούν στο ωκεάνιο συναίσθημα της ελευθερίας. Τη αποδοχή της δικής της γυναικείας φύσης, απαλλαγμένης από τον ανδρικό προσδιορισμό.

Απελευθερωμένη, η Άννα, ξανά νέα, Λίβια ομορφηόμορφη, αυτογνώμων, η Φυλλολίφυ, ποταμορροή μέσα στον χαοχωρόχρονο της Αγρύπνιας, πάντα ρει, «pantharhea», ηρακλείτεια δημιουργός δύναμη.

Ο Μονόλογος της ΑΛΠ-Φυλλολίφυ.

«Καλή ψιλοβροχομέρα, πόλη. Μιφλάει η Φυλλολίφυ»

Αρχίζει το μονόλογό της. Οι ονειρικές αναμνήσεις της λάμπουν στα πεσμένα φύλλα της. Είναι γερασμένη, κουρασμένη. Η ζωή της γεμάτη λάθη και τώρα σιωπή. Η σιωπή του τέλους που πλησιάζει. Τα φύλλα της, τα φύλλα του δέντρου της ζωής, έχουν πέσει. Προσωποποίηση του ποταμού Λίφφυ (Liffey), η Φυλλολίφυ (Leafy), στη βροχομέρα που ξημερώνει, ποταμορρέει, ξεβράζοντας στην επιφάνεια την κοινή ζωή της με τον ΝΟΚ.

Απευθύνεται στον κοιμισμένο, δίπλα της, σύζυγο. Τον παρακινεί να σηκωθεί. Του θυμίζει τα νιάτα τους. Τότε που ήταν όμορφη κι ελκυστική κι αυτός ένας ποιητής, που τραγούδαγε την ομορφιά της, λέγοντας της σαχλαμάρες, όπως όλοι οι ερωτευμένοι. Έχει μέσα του έναν ποιητή, ο πολυδιάστατος ΝΟΚ. Αυτήν την πλευρά, η Φυλλολίφυ, τώρα πια, πλησιάζοντας στο τέλος, την έχει βαρεθεί, μαζί με «τα «σαχλομωρουδίστικα τομοτραγουδάκια.».
Παρακινεί τον άντρα της να σηκωθεί. Τον ενθαρρύνει. Του ετοιμάζει τα ρούχα του για το ταξίδι που θα κάνουν.

«Να το πουκάμισό σου ... το κολάρο σου ... τα δυο σου χοντροπάπουτσα. Κι ένα κασκόλ. Να το πανωφόρι σου, η ομπρέλα σου.»

Του μιλά με φροντίδα, μα στα λόγια της αντηχεί, παράλληλα, ένας προστατευτικός τόνος. Σα να μιλάει σε έναν ανήμπορο άνθρωπο. Κάποιον που έχει ξυπνήσει από βαθύ κώμα και διαπιστώνει, σαν τον Ριπ βαν Ουΐνκλ, πως μετά από μιας νύχτας, όπως νομίζει, βαθύ ύπνο, ο κόσμος έχει ριζικά αλλάξει. Έχουν, όμως, περάσει χρόνια πολλά. Μιλάει σα να πρόκειται για κάποιον, που έχει γεράσει και ξεμωράθηκε. Και αυτή του ξαναμαθαίνει τα πράγματα του κόσμου, ονομάζοντάς τα ένα-ένα. Στην Αγρύπνια τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Καμιά λέξη δεν είναι μονοσήμαντη.
Του ζητά να της δώσει το χέρι του:

«Δως μου τη μεγάλη σου αρκουδοχέρα, ληστοπατέρα γιε μου».

Σα ν’ απευθύνεται σε κάποιον που δυσκολεύεται να περπατήσει και του προσφέρει στήριγμα. Ταυτοχρόνως, όμως, φαίνεται, σα να προσπαθεί, να έλθει σε σωματική επαφή μαζί του. Το χέρι μεταμορφώνεται στη σκέψη της σε φαλλικό σύμβολο.

«Έλα πιο κάτω. Λίγο περισσότερο. Έτσι. Βάλε πίσω το κεφαλόσπαθό σου. Ζεστό και μαλλιαρό, τεράστιο, είναι το χέρι σου! Να που αρχίζει το πετσάκι. Μαλακό σα βρέφους.»

Περιγράφει το δέρμα, σα να το ψηλαφά. Μια επαφή που της φέρνει στο νου, τις ερωτικές διαθέσεις του συζύγου της για την κόρη του Ίσσυ, η οποία φαίνεται ότι τις πάγωσε, καθώς και τις ερωτικές του περιπέτειες με άλλες εύκολες γυναίκες,
παστρικές:

«Κάποτε είπες πως κάηκες στην παγοΐσσυ. Και μια φορά του είχες βάλει χημικά αφού είχες πάρει μια παστρικιά.»

Στην ερωτική της οπτασία αναθυμάται πώς την κοίταζε με λαγνεία να ανεβαίνει τις σκάλες. Γίγαντα, τον έβλεπε, σαν το μεγαφαλλικό μνημείο του Ουέλλινγκτον. Σαν τον Ιρλανδό θεό της θάλασσας, Μάνανναν.

«Και πώς σκαλατένιζε το σκαλοπάτι ακολουθώντας τη δύναμη του βαδίσματος. Το γιγαντοβάθρο τού μαναναναντράγνωστου.»

Σαν τον ποταμό, φιδοτροπεί η σκέψη της πηγαίνοντας μπρος πίσω, στο βέλος του χρόνου, που, όμως, δεν αλλάζει φορά. Το τέλος θα έρθει. Η καινούργια μέρα, που ξημερώνει, αναπτερώνει την ελπίδα της για το ταξίδι τους. Το ταξίδι που πάντα έλεγαν πως θα κάνουν, μα ποτέ δεν έκαναν. Το ταξίδι για μια καινούργια ζωή. Στην καινούργια μέρα βλέπει τον ΝΟΚ όμορφο, φανταχτερό:

«Λουλουδιασμένος λωτός, Δουβλινομπούμπουκο! Όταν φοράς το … πυροβολοκουστούμι που σου έραψαν οι Ανθοπεδιάδες, με το εξόγκωμα »

Έχει την ψευδαίσθηση, η ΑΛΠ-Φυλλολίφυ, πως θα μεταμορφώσει τον ΝΟΚ και θα κρύψει την καμπούρα του, τα ελαττώματά του. Θα τον κάνει, έναν άλλον ΝΟΚ.
Πόσο ήθελε μια κόρη ο ΝΟΚ. Και τι δεν θα έδινε, να γεννήσει μια κόρη, όταν την έσμιξε, όλος λαγνεία, εκείνη τη νύχτα. Μια κόρη που απρόσμενα ήρθε και ξελόγιασε τον ΝΟΚ και τώρα θα αντικαταστήσει τη γερασμένη ΑΛΠ.
Μια κόρη, η Ίσσυ, που ο πατέρας της, «αιμομίκτης: ensectous» την επιθυμεί στο όνειρό του, παραμορφώνοντας τη λέξη incest (αιμομιξία) σε insect (έντομο), για να μη διαταράξει το όνειρο, η ενοχή.

Η ΑΛΠ, είναι το άλλο εγώ της Ίσσυ, η οποία θα την αντικαταστήσει. Του την παραχωρεί με τις ευχές της. «Να είστε ευτυχισμένοι, αγαπημένοι μου!» Η ΑΛΠ, είναι το είδωλο της Ίσσυ, το οποίο η Ίσσυ, αυτοθαυμαζόμενη, βλέπει στον καθρέφτη της.

«Το θαμπωτικό χαμόγελό μου, αυτή δεν είναι τίποτα χωρίς εμένα καθώς είμαστε δίδυμες, το αγαπώ σαν τον εγωϊστοεαυτό μου, σαν το μπλε του ουρανού όταν σκύβω για να κατασκοπέψω ανάμεσα στα ασπραμπορειναταπεισπόδια μου.»

Ο γαλάζιος ουρανός που κατασκοπεύει η Ίσσυ, βρίσκεται ανάμεσα στα «άσπρα-μπορεί-να-τα-πεις πόδια της.» Εκεί, που λατρεύεται η γυναικεία φύση. Το φύλο της.

Η γυναίκα, εκφράζεται, απελευθερωμένη από το φαλλοκεντρικό σύστημα, που αντιμετωπίζει τα δυο φύλα, άντρας-γυναίκα, με όρους φαλλοκρατικούς, σαν να υπάρχει μόνο ένα φύλο. Το αρσενικό. Του παραχωρεί, η Φυλλολίφυ, την αγαπημένη κόρη, που είναι το ξανανιωμένο είδωλό της.

«Αυτή θα είναι γλυκιά μαζί σου όπως ήμουν κι εγώ γλυκιά όταν ήλθα κατ’ ευθείαν από τη μάνα μου.»

Η μητέρα, από την οποία κατέβηκε η Φυλλολίφυ, είναι η αιγυπτιακή θεά του νυκτερινού ουρανού, «Νut» Η Τιτανίς Ρέα, της ελληνικής μυθολογίας, που το όνομά της «ρεοροματζοδιαβάζοντας » αντηχεί, «Πανταρεουσαρέα», στην Αγρύπνια.

Οι πλύστρες στον ποταμό Λίφφυ
Εν τω μεταξύ, στο πέρασμα του ποταμού Λίφφυ, δυο πλύστρες, συζητούν και κουτσομπολεύουν την ΑΛΠ και τον ΝΟΚ. Είναι:

«η Αλλόκοτη Κα Αρκεταγρήγορη και η Παράξενη Δις Βοτσαλονεκρή, δυο κρονιδογραΐδια. Κι’ όταν οι δυο τους πουν αρκετά δεν υπάρχουν και πολλά άπλυτα να βγουν στη φόρα»

Η ΑΛΠ, στα νιάτα της είχε πολλούς θαυμαστές και δεν είχε και πολλούς ενδοιασμούς για τα ερωτικά παιχνίδια. Είχε αγαπητικούς και τα κατάφερνε με όλους,

«Έτσι χαϊδαγκαλιάστρα που ήτανε.Η διαβολομάγισσα αλαμπρατσέτα με τον έναν και γητεύοντας τον άλλον. Με τον παυλοφθινοσπρώχνοντας και τον πεοπετροξεθυμαίνοντας, πέταγε τα αγιομαργαρίταρά της στους σκυλαγαπητικούς μας.»

Αναρωτιούνται οι πλύστρες:

— «Ποιος, να ήταν ο πρώτος, που ποτέ ξεχείλισε; Γανωτής, κεραμιδάς, ψυχοστρατιώτης, ναύτης, … ή Μπατσοταχυδρόμος; Ή πώς, πότε, γιατί, πού και πόσο συχνά αυτός την γάμησε και πώς την πρόδωσε; Ήταν ένα νεαρό, λεπτό χλωμό μαλακό ντροπαλό βεργολυγερό λεπτοκαμωμένο πράγμα τότε. Κι αυτός ένας βαρύς σουρνάμενος περιδιαβάτης ξενομπάτης.»

— «Λογγολέγε μου, πού για νεραϊδοπρώτη ιρλανδοπρώτη φορά; Στην Κατουροσκοτεινή κοιλάδα … ζούσε εκεί ένας Ερημίτης Μιχαήλ που μια αφροδιτοτεταρτοπαρασκευή τον ιουνιούλιο, βύθισε και τα δυο φρεσκολαδωμένα χέρια του, στα φουσκωμένα πορτοκαλιά μαλλιά της, χωρίζοντάς τα και κανακεύοντάς την και ανακατεύοντάς τα»

Μα δε ήταν αυτός ο Μιχαήλ, ο πρώτος. Πριν απ’ αυτόν:

— «Δυο παλικαράκια με κοντά παντελονάκια την πέρασαν πριν να ’χει ίχνος χνούδι στο πραματάκι της, για να το κρύψει»
— «Kαι πρώτ’ απ’ όλα και χειρότερο απ’ όλα ήταν όταν αυτή παραπάτησε σ’ ένα άνοιγμα στη ρεματιά του Διαβόλου, και, πωπώ απαπά, έπεσε σ’ ένα αυλάκι πριν να βρει τον βηματισμό της και πορνοκαθήσει και κουλουριάστηκε σε όλο το Δουβλίνο με τα πόδια σηκωμένα κι’ ένα κοπάδι παρθενικά ροδάνθη να κοκκινίζουν και να λοξοκοιτάζουν από πάνω της.»

Ένοιωσε, άραγε, κάτι, ποτέ, για όλους αυτούς τους εραστές, η ΑΛΠ; Κάποιοι την πρόδωσαν. Μα ένοιωσε αυτή ποτέ κάτι για κάποιον; Ίσως για κείνον τον τοπικό ερημίτη, εκείνον τον Μιχαήλ να φτερούγισε η καρδιά της, μέσα «στο κόκκινο της βαλτοτύρφης το ηλιοβασίλεμα»

Η ζωή της ΑΛΠ, ξετυλίγεται μέσα στο νεανικό άφρισμα του πόθου των πρώτων της ερώτων, για να καταλήξει στην υγρή οξείδωση, στο σκούριασμα της συζυγικής σχέσης. Ήταν μια ξεμυαλίστρα στα νιάτα της η Άννα. Τώρα είναι η Λίβια. Έχει, πια, κι αυτή ξεθωριάσει, όπως και η σχέση της. Μια καινούργια όχθη αναζητά, για να ξαναρχίσει τη ζωής της. Γίνεται; «Έτσι που τη ζωή σου χάλασες εδώ στην κώχη τούτη τη μικρή σ’ όλη τη γη τη χάλασες» κουνάει με θλίψη το κεφάλι του ο πολύπειρος Καβάφης.

Η Άννα Λίβια Πολυόμορφη, ερωμένη και ξεμυαλίστρα στα νιάτα της, τώρα είναι σύζυγος παραμελημένη, παραδομένη στα καπρίτσια του «χωριατοπηδηχτή» της, ο οποίος της πετάει κατάμουτρα τον δίσκο με το πρωινό, που με πόση φροντίδα το ετοίμασε, και όποτε του καπνίσει την «καταξεσκίζει».

«η χαζομάρα μου τον τελευταίο Δεκέμβρη, να τον ξυπνήσω απ’ τον υπνάκο του και να με καταξεσκίσει όπως συνήθιζε να κάνει»

Αμάρτησε, η Φυλλολίφυ, γιατί πολύ αγάπησε. Και η αγάπη εξαγνίζει και ελευθερώνει. «Ama et fac quo vis: Αγάπα και κάνε ό,τι θες», φωνάζει αγαπητικά, ο ιερός Αυγουστίνος.

Εραστές περαστικοί, δανδήδες και λόρδοι, που οι δραστήριοι γοφοί της τους ελευθερώνουν γρήγορα, της ζητούν να κρατήσει μυστικό το πέρασμά τους.

— «Μες από το δαχτυλίδι της απορροής της τους ελευθέρωσε εύκολα, με τα ζήτω των γοφών της για τους δαντελλολόρδους των γονάτων της.
— «Και να εδώ είναι τα αξιέραστα γράμματά της επίσης. Στην αποβάθρα Έλλις, με βιολετί κορδόνι.»

Τα ερωτικά της γράμματα, με τους θυελλώδεις έρωτες και τα μαραμένα «σ’ αγαπώ», θυμητάρια της νεανικής φλόγας του έρωτα, δεμένα με μια βιολετί κορδέλα είναι πεταμένα στην αποβάθρα. Τα ξέβρασε, κουφάρια τώρα, το ποτάμι.

— « Όλοι που την είδαν έλεγαν ότι η γλυκιά μικρή Ντέλια φαινόταν λίγο παράξενη.
— Χοροπηδηχτούλα, πρόσεχε τη λακκούβα. Δεσποινιδούλα, πρόσεχε μην πέσεις στη θάλασσα!
— Κι αυτή, να κάνει ματάκια φρυγανολούκουμου στ’ αγόρια της στον Δουβλινόκολπο.
— Κι’ όλες οι υπηρετριούλες έστεψαν χαριτωμενοσπλαχνική βασίλισσά τους.
— Ευτυχώς γι’ αυτήν δε μπορούσε να δει το εαυτό της.
— Η αγαπούλα ποταμοπαντρεύτηκε τον καθρέφτη της.»

Η Άννα Λίβια είναι τώρα μια γυναίκα συμφιλιωμένη με τον εαυτό της και τον σύζυγό της. Έχοντας αναπολήσει τους παλιούς της έρωτες και την μίζερη ζωή με τον ΝΟΚ, μπορεί να κατανοήσει και τα δικά του σφάλματα, Τώρα, που είναι υπό διωγμόν ο τύραννός της, θα τον υποστηρίξει. Τον είχε αγαπήσει, τον είχε κατά καιρούς μισήσει, ίσως και να τον περιφρονεί.

Όμως, έχει πια γαληνέψει. Η ζωή, η ανάγκη, αυτή «η γριά πατσαβούρα ανάγκη, η αρχαία μητέρα», στην οποία και οι θεοί πείθονται, έχει φέρει την παραδοχή. Τα πάντα γίνονται «κατ’ έριν και χρεών.» (Ηράκλειτος)

Οι διαχωριστικές γραμμές έχουν ξεθωριάσει και οι τριβές έχουν λειάνει τις γωνίες. Τα δύο διαφοροποιημένα ως προς το φύλο, την ταυτότητα, την εμπειρία, άτομα, ο άντρας και η γυναίκα, μέσα στην πολύχρονη, φθαρμένη από τον χρόνο και τη συνήθεια, σχέση του γάμου,

« Ο Καμπούρης και η Ανούσκα, παντρεμένοι τώρα με αναστόμωση», γίνονται ανδρόγυνο. Βρίσκουν καινούργιο άνοιγμα (αναστόμωση) προς το μέλλον. Οι διαφορές συγχωνεύονται, μέσα στην αδιαφοροποίητη χαρμολύπη του γάμου. Οι εντάσεις υπάρχουν, αλλά απορροφώνται από την αναγκαστική ρουτίνα της συζυγικής συμβίωσης. Δεν γίνονται χάσματα. Αλλά το δάκρυ πάντα θα λαμπυρίζει στα μάτια της Άννας Λίβια Δακρυοπολυόμορφης. Έζησε, όπως η χώρα της, η Ιρλανδία, μέσα στην:

«λιγοστή βρυοτύρφη. Πάντα ο θλιβεροουρανός στη δική μας ξερή μεριά και ο άγριος δυτικοάνεμος εναντίον μας, στρυχνίνη εδώ, καριεροφροντίδα εκεί»

Η ιστορία της Άννας Λίβια Πολυόμορφης, έχει τελειώσει. Το βράδυ πέφτει. Ο δυο πλύστρες στραγγίζουν τα παλιόρουχα που έχουν γίνει καινούργια μετά το πλύσιμο. Το κουδούνι, του τέλους του παλιού, χτυπάει, κουδουνίζοντας, ταυτόχρονα, τον ερχομό του νέου. Είναι παγωνιά, πια, τριγύρω στον ποταμό, και ο αέρας δυναμώνει. Βιάζονται να φύγουν. Μερικά ακόμη σχόλια για τα βρώμικα σεντόνια:

— «Κάποιος άντρας και η νύφη του σφιχταγκαλιάστηκαν αναμεσά τους. Αλλιώς θα τα ράντιζα και θα τα δίπλωνα μόνο.
— Αχ, μα αυτή ήταν η παράξενη παλιά φίλη τελοσπάντων, η Άννα Λίβια, η δαχτυλοστολισμένη!
— Και σίγουρα αυτός ήταν πιο παράξενη παλιό ψαροσακούλα, πατριός των ξενομπάτηδων και των διαβολοκόριτσων.
— Δεν παντρεύτηκε αυτός πέντε κυρίες;
— Παντρεύτηκε τις κελεπουρομαργαρίτες του.
— Φτηνιάρης δίπλα στη βρωμιά.
— Άννα ήταν. Λίβια είναι, Πολυόμορφη θα γίνει»

H Νύχτα ήρθε, και μαζί της τελειώνει τον μονόλογό της η ΑΛΠ.
«Έκανα το καλύτερό μου όταν με άφηναν. Σκεφτόμενη πάντα πως αν φύγω όλα φεύγουν. Εκατό φροντίδες, δεκάτη από μπελάδες και υπάρχει κανείς να με καταλαβαίνει; Ένας στα χίλια χρόνια των νυκτών; Όλη μου τη ζωή έζησα ανάμεσά τους μα τώρα μου γίνονται αντιπαθητικοί. Και σιχαίνομαι τα μικρά θαλπερά τους κόλπα. … Πόσο μικρά είναι όλα! Κι εγώ να μιλάω στον εαυτό μου, πάντα. Και τραγουδώντας πάντα.»

« Νόμιζα πως άστραφτες ολόκληρος με την αριστοκρατικότερη άμαξα. Είσαι μονάχα μια κολοκύθα. Σε νόμιζα τον μεγάλο σε όλα τα πράγματα, στη δόξα και στην ενοχή. Δεν είσαι παρά ένας ασήμαντος.»

Ποιος; Ο NOK. Κάθε αρσενικό «σωβινιστικό γουρούνι» Ο ασήμαντος, αλαζών φαλλοκράτης, με το «κούφιο νταηλίκι»

Η απελευθερωμένη, και σεξουαλικά, πια, γυναίκα, συζυγομάνα κι ερωμένη, έχει τη δική της προσωπικότητα, τώρα, που δεν είναι, πλέον, αντανάκλαση της εικόνας που έχει γι’ αυτήν το αρσενικό.

Το τέλος πλησιάζει. Όλα τα υπέμενε στη ζωή της, η ΑΛΠ. «Έκανα το καλύτερό μου όταν με αφήναν». Όταν την άφηναν οι πάντα διαπληκτιζόμενοι δίδυμοι γιοί της, και ο αντιφατικός ΝΟΚ. Μα τώρα, όλοι τους, τής είναι αντιπαθητικοί. Μια σιχασιά, για όλους και για όλα, πικρίζει το στόμα της. Το τέλος έρχεται και η μοναξιά τής μοναξιάς της, την πλημμυρίζει.

«Λοιπόν, Γειά σας, αντίο.»

Τα φύλλα της ζωής τής Φυλλολίφυ σκόρπισαν όλα, εκτός από ένα. Θα γαντζωθεί, ακόμα, για λίγο στη ζωή. Παιδάκι μικρό γίνεται, για μια στιγμή, και ζητάει από τον «μπαμπάκα», να την κουβαλήσει πέρα, όπως έκανε παλιά, στο πανηγύρι των παιχνιδιών.

Όμως ο παγωμένος ωκεανός πατέρας έρχεται, «μ’ ασπραπλωμένα φτερά σαν να ερχόταν από τους Κιβωταρχάγγελους»
Τ’ αφρισμένα κύματα του ωκεανού, αρχάγγελοι ψυχοπομποί, την περιμένουν.

«Έρχομαι Πατέρα! Τέλος εδώ. Τέλος, ξανά! Να με αγαπονεροθυμάσαι.

«Έτσι τελειώνει ο κόσμος, όχι μ’ ένα βρόντο, μα μ’ έναν λυγμό» (Θωμάς Έλιοτ).

Ο κόσμος, όμως, τούτος, «ο μικρός ο μέγας», δεν τελειώνει. Κάθε φορά ξανοίγεται ολοκαίνουργιος, σε κάθε νέα ανάγνωση.
«Υπάρχει κανείς να με καταλαβαίνει; Ένας στα χίλια και ένα χρόνια των νυκτών;»

Υπάρχει κάποιος!; Ίσως, ναι.
Ο μοναδικός ιδανικός αναγνώστης, που υποφέρει από ιδανική αϋπνία.

Εσύ, αναγνώστη, που έφτασες ως εδώ.

ΥΓ. Τα αποσπάσματα του κειμένου, από τις μεταφράσεις των έργων του Τζαίημς Τζόυς: «Finnegans Wake: Η Αγρύπνια των Φίννεγκαν» και «Ulysses: Οδυσσέας» από τον γράφοντα, Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ , Οδυσσέας Χατζόπουλος, 2013 και 2014) 

Προβλήθηκε 99 φορές

Το ΣΥΡΙΖΑ πόθεν… αίσχος! ( Της Αλίκης Χατζή)

Στα χρόνια διακυβέρνησης Τσίπρα – Καμμένου, η "πρώτη φορά Αριστερά" έφερε στην επιφάνεια τη συντριπτική ανυπαρξία της και κυρίως αποκάλυψε τον στυγνό κυνισμό της, λαμβάνοντας μέτρα που καμιά άλλη κυβέρνηση δεν θα τολμούσε να εφαρμόσει.

(Και) Σαντζάκι το Προτεκτοράτο; - (Τά Πρασσεινάλογα!... του Στάθη)

«Επικαιροποίηση» (συνθηκών) σημαίνει: εμείς (οι Τούρκοι) δυναμώσαμε, εσείς (οι Έλληνες) αδυνατήσατε, πρέπει να ξαναδούμε (να αναθεωρήσουμε) ορισμένα πράγματα (που εμείς, οι ισχυρότεροι, προκρίνουμε)…

10 πράγματα που μας έμαθε η επίσκεψη Έρντοαν (Γ.Παπαδόπουλος- Τετράδης)

Εκτός από τη διπλωματία υπάρχει και η πραγματικότητα. Δηλαδή, η καθημερνή ζωή. Ο Έρντοαν ήρθε και φεύγει. Αφήνει, όμως, πίσω του απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτηματικά των Ελλήνων πολιτών. Για τη ζωή τους.