Ο σεισμός της Πάρνηθας του 1999, ευρύτερα γνωστός ως σεισμός της Αθήνας του 1999, με ένταση 5,9 στην Κλίμακα Ρίχτερ, έλαβε χώρα στις 7 Σεπτεμβρίου 1999, 14:56:50 τοπική ώρα, και προκάλεσε 143 με 152 θανάτους και ζημιές που έφτασαν τα 3 δισεκατομμύρια ευρώ. Είναι η δαπανηρότερη φυσική καταστροφή που έχει συμβεί ποτέ στην Ελλάδα και ο φονικότερος σεισμός των τελευταίων 50 ετών. Ο σεισμός, αν και όχι ιδιαίτερα ισχυρός, ενώ και η συνολική διάρκειά του ήταν μόλις 15 δευτερόλεπτα, προκάλεσε πολλές καταστροφές εξαιτίας της εγγύτητάς του στην Αθήνα, με επίκεντρο 18 χιλιόμετρα από το κέντρο της πόλης, ανάμεσα στις Αχαρνές Αττικής και τον Εθνικό Δρυμό Πάρνηθας, καθώς και του μικρού εστιακού βάθους, από 9 μέχρι 14 χιλιόμετρα. Στην επιφάνεια του εδάφους υπήρξαν ελάχιστες ρηγματώσεις και ήταν δύσκολο να βρεθεί η προέλευση του σεισμού. Το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο ανακοίνωσε αρχικά πως ο σεισμός προκλήθηκε από ρήγμα μήκους 15 χιλιομέτρων που καλύπτει την περιοχή μεταξύ Πεντέλης και Πάρνηθας. Με βάση τη μελέτη δορυφορικών δεδομένων που εξετάζουν την παραμόρφωση καθ' ύψος του εδάφουςπου επιβεβαιώθηκε αργότερα από σεισμολογική μελέτη, και έγινε το 2008 αποδεκτή και από το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο βρέθηκε ότι έγιναν δύο σεισμοί, έντασης 5,8 και 5,5 ρίχτερ, σε διαφορετικά ρήγματα και με διαφορά 3,5 δευτερολέπτων ο ένας από τον άλλο.
Θύματα
Μνημείο για τα θύματα του σεισμού στο εργοστάσιο της Ρικομέξ-Εστίας Εμπορικής. Η επιτύμβια στήλη περιλαμβάνει τα ονόματα των 39 ανθρώπων που πέθαναν στο εργοστάσιο και αποκαλείται «Το μνημείο του αίσχους».
Ο αριθμός των θυμάτων του σεισμού υπολογίζεται 145, γεγονός που κατατάσσει τον σεισμό ως τον πιο θανατηφόρο που έλαβε χώρα στην Ελλάδα τα τελευταία 50 χρόνια. Με βάση αυτοψία σε 111 από τα θύματα του σεισμού, 36 άνθρωποι πέθαναν από τραύματα, 38 άνθρωποι έφεραν τραύματα από τα οποία κινδύνευε η ζωή τους ενώ 31 πέθαναν από ασφυξία. Οι περισσότεροι από τους θανάτους (102/111) οφείλονται σε καταρρεύσεις κτιρίων, τρία από αυτά εργοστάσια. Από τους υπόλοιπους, έξι έχασαν τη ζωή τους λόγω έμφραγμα του μυοκαρδίου, δύο από τραύματα όταν πήδηξαν από το κτίριο στο οποίο βρίσκονταν και ένας όταν χτυπήθηκε από ένα αντικείμενο.Υπολογίστηκε ότι τουλάχιστον άλλοι 85 σώθηκαν μέσα από τα συντρίμια, 2.000 τραυματίστηκαν και 50.000 έγιναν άστεγοι. Οι καταυλισμοί που δημιουργήθηκαν για την προσωρινή στέγαση των αστέγων εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούνται 10 χρόνια μετά.
Στο εξαώροφο κτίριο της Ρικομέξ, στο Μενίδι, που στεγάζονταν οι εταιρείες Ρικομέξ και Εστία εμπορική, πέθαναν 39 άνθρωποι, ανάμεσα στους οποίους δύο έγκυες γυναίκες. Η επιχείρηση κύρηξε πτώχευση το 2004. Από την εκδίκαση της υπόθεσης το 2007, από τους 33 κατηγορούμενους για την κατάρρευση του εργοστασίου όλοι απαλλάχθηκαν από τις κατηγορίες με ασαφή αιτιολογία. Σε συγγενείς μερικών από τα θύματα δώθηκαν αποζημιώσεις που έφταναν 17.000 ? για νεκρό αδελφό, 30.000? για νεκρό γονιό και 40.000? για κάθε νεκρό παιδί. Το Μάιο του 2010 αποφασίστηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας ότι η Νομαρχία έχει αυτοτελείς ευθύνες, καθώς δεν διενήργησε σωστά τους προληπτικούς και κατασταλτικούς ελέγχους στην κατασκευή του εργοστασίου και πρέπει να αποζημιώσει τα θύματα με 18 εκατομμύρια ευρώ. Τελικά το 2012 αποφασίστηκε από το Περιφερειακό Συμβουλίο Αττικής η καταβολή 13 εκατομμυρίων ? σε συγγενείς των θυμάτων από τους πόρους της περιφέρειας.
Άλλες υποθέσεις καταρρεύσεων που εκδικάστηκαν ήταν η κατάρρευση πολυκατοικίας στη Νέα Φιλάδελφια, όπου άλλοι εφτά άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Για την κατάρρευση κατηγορήθηκαν τεχνικοί εκπρόσωποι του DIA και του Condinent (πολυκαταστήματα της εποχής), οι οποίο αθωώθηκαν σε α΄ βαθμό. Ο ιδιοκτήτης της ΦΙΑΛΟΠΛΑΣΤ, όπου πέθαναν 3 γυναίκες, βρέθηκε ένοχος σε α΄ βαθμό για ανθρωποκτονία από αμέλεια, με ποινή φυλάκισης οχτώ μηνών, αλλά πέθανε πριν αυτή πραγματοποιηθεί. Για την κατάρρευση του εργοστασίου Faran, όπου έχασαν τη ζωή τους 4 άνθρωποι, οι τέσσερις κατηγορούμενοι αθώωθηκαν. Για την κατάρρευση πολυκατοικίας στην οδό Ψυχάρη, στη Μεταμόρφωση τα αδικήματα παραγράφηκαν. Εκεί πέθαναν οχτώ άνθρωποι, ενώ πυροσβέστες ανέσυραν ζωντανά δύο μικρά παιδιά στην αγκαλιά του νεκρού πατέρα τους.
Καταστροφές
Ο σεισμός του 1999 ήταν η πιο καταστροφική και δαπανηρή φυσική καταστροφή που έπληξε ποτέ την Ελλάδα, με υλικές ζημιές που αποτιμήθηκαν σε 3 δις δολάρια ΗΠΑ. Εκτός από την εγγύτητά του στη μητροπολική περιοχή της Αθήνας, ο σεισμός είχε μικρό εστιακό βάθος, σε συνδυασμό με ασυνήθιστα υψηλές επιταχύνσεις εδάφους. Οι μεγαλύτερες καταστροφές έλαβαν χώρα εντός 10 χιλιομέτρων από το επίκεντρο, με τοπικές διαφορές που οφειλόνταν σε διάφορους τοπογεωγραφικούς παράγοντες. Οι περιοχές που πλήγησαν περισσότερο από το σεισμό ήταν τα Άνω Λιόσια, το Μενίδι, οι Θρακομακεδόνες και η Φυλή Αττικής, όπου υπολογίζεται ότι τοπικά ο σεισμός είχε ισχύ IX (9) στην κλίμακα Μερκάλι, ενώ κατά τόπους έφτασε και την ισχύ Χ (10, με μέγιστο επίπεδο το 12), με το 30% των καλά κατασκευασμένων κτιρίων να έχει κατέρρευσει[23], ήταν δηλαδή «εξαιρετικά καταστροφικός», ενώ μεγάλες επιταχύνσεις παρατηρήθηκαν και στη περιοχή Αδάμες, λόγω του αργιλώδους εδάφους και της εγγύτητας στη κοίτη του Κηφισσού. Δεν αναφέρθηκαν σημαντικές υλικές καταστροφές στο Δήμο Αθηνών και στα νότια και ανατολικά προάστια.
Την επόμενη ημέρα του σεισμού, το ΥΠΕΧΩΔΕ όρισε ομάδες που αποτελούνταν από δύο μηχανικούς να ερευνήσουν τις καταστροφές στις περιοχές που επηρέαστηκαν από το σεισμό. Ύστερα από οπτική έρευνα τα κτίρια χαρακτηρίζονταν πράσινα αν η φέρουσα οικοδομή δεν είχε ζημιές, κίτρινα αν η φέρουσα δομή είχε υποστεί επιδιορθώσιμες ζημιές και κόκκινα αν τα κτίρια είχαν υποστεί τόσες πολλές ζημιές που δεν μπορούσαν να κατασκευαστούν και έτσι έπρεπε να κατεδαφιστούν. Στους Θρακομακεδόνες το 84% των σπιτιών χαρακτηρίστηκε κόκκινο ή κίτρινο, στα Άνω Λιόσια το 64% και στη Φυλή το 56%. Τα περισσότερα «κόκκινα» κτίρια βρίσκονταν στις Αχαρνές και τα Άνω Λιόσια. Μεγάλα εργοστάσια που βρίσκονταν στη περιοχή και υπέστησαν σοβαρές ζημιές από το σεισμό ήταν των Ricomex ΑΕ, Αφοί Φουρλή ΑΕΒΕ, Παπουτσάνης ΑΒΕΕ και Φαράν ΑΒΕΕ, οι οποίες όλες είχαν σημαντικές οικονομικές απώλειες λόγω του σεισμού. Ο σεισμός προκάλεσε μεγάλες ζημιές στο καζίνο Mons Parnes, στην Πάρνηθα, με αποτέλεσμα το κέντρο διασκέδασης να κατεδαφιστεί, ενώ το μισό κτίριο τέθηκε εκτός λειτουργίας εξαιτίας της μετατόπισής του από την κατακόρυφο. Το κτίριο αποφασίστηκε τελικά να κατεδαφιστεί και στη θέση του να ανεγερθεί ένα νέο. Το Στάδιο Νίκος Γκούμας στη Νέα Φιλαδέλφια, έδρα της ΑΕΚ υπέστη τόσες ζημιές, ιδίως στις θύρες 3 και 16, από το σεισμό ώστε να έπρεπε να κατεδαφιστεί. Συνολικά από το σεισμό κατέρρευσαν 110 κτίρια, 5.222 κρίθηκαν κατεδαφιστέα και 38.165 επισκευάσιμα.
Η Ακρόπολη και τα άλλα μνημεία της Αθήνας είτε έμειναν αλώβητα είτε είχαν μικρές υλικές ζημιές. Στον Παρθενώνα και στο Ερέχθειο παρατηρήθηκε ελαφρά περιστροφή κάποιων κιόνων χωρίς σημαντικά αποτελέσματα. Αρκετά από τα κτίρια με πλίνθινη τοιχοποιία που χρονολογούνται από τον 19ο αιώνα δεν υπέστησαν ζημίες, αν και κάποια από αυτά τα κτίρια χαρακτηρίστηκαν κόκκινα, μερικά διατηρητέα (δηλαδή κτίρια τα οποία δεν πρέπει να κατεδαφιστούν). Η Μητρόπολη Αθηνών, η οποία είχε υποστεί ζημιές και από το σεισμό του 1981, χρειάστηκε να αναστηλωθεί. Μνημεία στα οποία προκλήθηκαν σημαντικές ζημιές από το σεισμό ήταν η μονή Δαφνίου και το κάστρο της Φυλής, που χρονολογείται από τον 5ο αιώνα π.Χ., όπου στους τοίχους εμφανίστηκαν μεγάλες ρωγμές.
Όσον αφορά τις υποδομές, μια κατολίσθηση καθώς και αρκετές ρωγμές αναφέρθηκαν κατά μήκος του δρόμου που οδηγεί στην κορυφή της Πάρνηθας.







































