Mαραθοτηγανίτες, αφράτες μέσα και χρυσαφένιες εξωτερικά, με συνταγή της καλομαγείρισσας Ζοζεφίνας Ρουγγέρης από την Τήνο.
Αν και θεωρείται κυρίως ανοιξιάτικο μυρωδικό, ο άγριος μάραθος στην πραγματικότητα αρχίζει να φουντώνει με τις πρώτες βροχές. Από το διάστημα αυτό κι έπειτα τον μαζεύει η Ζωζεφίνα και φτιάχνει τις μαραθοτηγανίτες της, αφράτες μέσα και χρυσαφένιες εξωτερικά. Αν δεν μένετε κοντά σε εξοχή, χρησιμοποιήστε τον καλλιεργημένο μάραθο, παρόλο που δεν έχει το ίδιο έντονο άρωμα.
- 1-1 1⁄2 μεγάλο μάτσο μάραθος, χωρίς τα κοτσάνια, ψιλοκομμένος
- 1 φρέσκο κρεμμυδάκι, ψιλοκομμένο
- 3 λιαστές ντομάτες, καλά στραγγισμένες αν είναι διατηρημένες σε λάδι, πολύ ψιλοκομμένες
- περίπου 1 φλιτζ. τσαγιού αλεύρι που φουσκώνει μόνο του
- αρκετό ελαιόλαδο, για το τηγάνισμα
- αλάτι, φρεσκοτριμμένο πιπέρι
- Για τις μαραθοτηγανίτες με λιαστή ντομάτα, ξεκινάμε και σε ένα μεγάλο μπολ ανακατεύουμε καλά τον μάραθο, το φρέσκο κρεμμυδάκι, τις λιαστές ντομάτες και τα 3⁄4 από την ποσότητα του αλευριού μέχρι όλα να αναμειχθούν καλά.
- Προσθέτουμε νερό, λίγο λίγο, ανακατεύοντας συνεχώς με ένα κουτάλι, μέχρι να σχηματιστεί ένας πυκνός χυλός που να στάζει αργά από το κουτάλι. Αν μας πέσει παραπάνω νερό ή αν το μείγμα προκύπτει υδαρές, ρίχνουμε και το υπόλοιπο αλεύρι και ανακατεύουμε καλά.
- Αλατοπιπερώνουμε, ανακατεύουμε και αφήνουμε τον χυλό να ξεκουραστεί για 5-10 λεπτά.
- Σε μέτριο τηγάνι ρίχνουμε ελαιόλαδο τόσο ώστε η στάθμη του να φτάσει 3 εκ. από τον πάτο του σκεύους. Το ζεσταίνουμε σε σχετικά δυνατή φωτιά μέχρι να αρχίσει να αχνίζει απαλά.
- Με ένα κουτάλι ρίχνουμε δόσεις από τον χυλό μέσα στο καυτό λάδι. Υπολογίζουμε 5-7 κουταλιές κάθε φορά, όχι περισσότερες, για να μην πέσει η θερμοκρασία του λαδιού, γιατί οι τηγανίτες θα διαλυθούν.
- Τις τηγανίζουμε για 2-3 λεπτά ή μέχρι να πάρουν βαθύ χρυσαφένιο χρώμα εξωτερικά.
- Βγάζουμε κάθε δόση με τρυπητή κουτάλα και μεταφέρουμε τις τηγανίτες μέσα σε ένα ταψάκι ή πιατέλα στρωμένα με απορροφητικό χαρτί κουζίνας, για να στραγγίξουν από το περιττό λάδι. Σερβίρονται ζεστές.
Η συνταγή πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Γαστρονόμος, τεύχος 250.



















































































