Καθόταν σκυφτός σε μια καρέκλα έξω από τον θάλαμο. Ανάσαινε ήσυχα χωρίς να μιλάει. Δυο ώρες πριν χαροπάλευε από τον βήχα που του ʽπαιρνε την ανάσα. Ο βήχας κόπασε μετά την επίθεση των γιατρών ή γιατί κουράστηκε κι αυτός να τυραννάει -τι σημασία έχει πώς;






































































































